Ο Κωνσταντίνος Β΄ γεννήθηκε στις 2 Ιουνίου του σωτήριου έτους 1940 και υπήρξε Βασιλιάς των Ελλήνων από το 1964 έως το 1967 (τυπικά έως το 1973 οπότε διενεργήθηκε το “δημοψήφισμα” της δικτατορίας) ενώ εξέπεσε οριστικά του αξιώματός του το 1974 με το δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος στην Ελλάδα στο οποίο ο Ελληνικός λαός επέλεξε με ποσοστό 69,2% την Αβασίλευτη Δημοκρατία, ως μορφή πολιτεύματος στην Ελλάδα. Από το 1967 ζούσε αυτοεξόριστος στην Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο..
Γεννήθηκε στο Παλαιό Ψυχικό και γονείς του ήταν ο πρίγκιπας Παύλος της Ελλάδας, αδελφός και διάδοχος του τότε Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου Β΄, και η πριγκίπισσα του Ανόβερου, της Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας, Πριγκίπισσα Διαδόχου Φρειδερίκη. Βαπτίστηκε στην Αθήνα με ανάδοχο τις Ένοπλες Δυνάμεις. Ο ίδιος μοναχογιός έχει δύο αδελφές την Σοφία και την Ειρήνη. Η αδελφή του Σοφία είναι η σημερινή Βασίλισσα της Ισπανίας.
Η οικογένειά του ακολούθησε τη βασιλική οικογένεια που τις παραμονές της ναζιστικής προέλασης στην Αθήνα μαζί με την Κυβέρνηση και την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων της Χώρας μέσω Κρήτης κατέφυγαν στην Αίγυπτο όπου και σχημάτισαν τη λεγόμενη Κυβέρνηση της Αιγύπτου και τέθηκαν επικεφαλής ελληνικών ταγμάτων που μάχονταν στην Αφρική κατά του Άξονα. Αργότερα διέμεινε στη Νότια Αφρική. Επέστρεψαν στην Ελλάδα το 1946 με την παλινόρθωση της μοναρχίας και την επιστροφή του Βασιλέως Γεωργίου Β’, ενώ ένα χρόνο αργότερα, μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Γεωργίου, ο πατέρας του ανέβηκε στο θρόνο και ο Κωνσταντίνος ορίστηκε διάδοχος. Το 1955 του απονεμήθηκε, ο τίτλος του Δούκα της Σπάρτης και ένα χρόνο αργότερα άρχισε την εκπαίδευσή του στα Σώματα των Ενόπλων Δυνάμεων. Το 1960 σε ηλικία 20 ετών συμμετείχε στους Ολυμπιακούς αγώνες της Ρώμης, όπου κέρδισε χρυσό μετάλλιο στην ιστιοπλοΐα.
Η Βασιλική Οικογένεια
Παντρεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 1964 στην Αθήνα τη μικρότερη κόρη του Βασιλιά Φρειδερίκου της Δανίας, Πριγκίπισσα Άννα- Μαρία (γεν. 30 Αυγούστου 1946 Ανάκτορα Αμαλίενμποργκ, Κοπεγχάγη) και απέκτησαν πέντε παιδιά:
* την Πριγκίπισσα Αλεξία της Ελλάδας (γεν. 10 Ιουλίου 1965 στο Μόν Ρεπό, Κέρκυρα) που παντρεύτηκε στις 9 Ιουλίου στο Λονδίνο τον Κάρλος Μοράλες Κιντάνα και απέκτησαν τρία παιδιά
* τον Πρίγκιπα Παύλο (γεν. 20 Μαΐου 1967, Ανάκτορα Τατοΐου,Αθήνα) που παντρεύτηκε στις 1 Ιουλίου 1995 στο Λονδίνο τη Μαρί Σαντάλ Μίλλερ και απέκτησαν τέσσερα παιδιά
* τον Πρίγκιπα Νικόλαο (γεν. 1 Οκτωβρίου 1969, Ρώμη) με Πτυχίο Bachelor στις Διεθνείς Σχέσεις από το Πανεπιστήμιο Brown των ΗΠΑ. Ο Νικόλαος υπηρέτησε στο Βρετανικό Στρατό, στο τάγμα της Βασιλικής Φρουράς των Σκωτών Δραγόνων. Εργάστηκε στις εταιρείες Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης Metromedia και Fox News και στον οικονομικό οργανισμό NatWest Markets Foreign Exchange Options του Λονδίνου. Από το 1998 είναι υπεύθυνος του προσωπικού Γραφείου του πατέρα του. Είναι μέλος της Επιτροπής Round Square Conference of Schools, της Διοικητικής Επιτροπής του Ελληνικού Κολλεγίου του Λονδίνου και του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος «Άννα-Μαρία».
* Τ ην Θεοδώρα (γεν. 9 Ιουνίου 1983, Λονδίνο), που το 2004 τελείωσε τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο Northeastern, στην Βοστόνη και σήμερα σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο Βrown, στο Ρόουντ Άιλαντ, στις Η.Π.Α., θεατρικές σπουδές.
* τον Φίλιππο (γεν. 26 Απριλίου 1986, Λονδίνο), που από το 2004 σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο Georgetown στην Ουάσιγκτον Διεθνείς σχέσεις.,
Η Ανάληψη της Εξουσίας
Στις 6 Μαρτίου του 1964 ο Βασιλιάς Παύλος πέθανε από καρκίνο και τον διαδέχτηκε στο θρόνο ο 24χρονος Κωνσταντίνος ως Βασιλεύς των Ελλήνων Κωνσταντίνος Β΄ (ενώ ορισμένοι τον αριθμούσαν ΙΓ΄ ως δήθεν συνεχιστή των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων). Αν και δημοφιλής θεωρήθηκε νέος, άπειρος και ευρισκόμενος υπό την ισχυρή επιρροή της μητέρας του Βασίλισσας Φρειδερίκης. Το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου παντρεύτηκε την πριγκίπισσα της Δανίας Άννα–Μαρία, αδελφή της μετέπειτα Βασίλισσας της Δανίας Μαργαρίτας Β΄.
Η πολιτική κατάσταση εκείνη την περίοδο ήταν ιδιαίτερα πολωμένη μεταξύ του Πρωθυπουργού και αρχηγού της Ενώσεως Κέντρου Γεωργίου Παπανδρέου και του αρχηγού της Ε.Ρ.Ε. Παναγιώτη Κανελλόπουλου, ο οποίος ουσιαστικά υποκαθιστούσε τον αυτοεξόριστο ιδρυτή του κόμματος Κωνσταντίνο Καραμανλή
Τι έγινε στα Ιουλιανά
Αν και αρχικά είχε δοθεί η εικόνα της αγαστής συνεργασίας μεταξύ του νεαρού μονάρχη και του γέροντα Πρωθυπουργού, το σκηνικό αυτό ανατράπηκε σύντομα με την παρέμβαση αυλικών συμβούλων, που προέτρεπαν τον Κωνσταντίνο να κρατήσει τον πλήρη έλεγχο του στρατού όταν ο Γεώργιος Παπανδρέου αποφάσισε, και ολόκληρο το υπουργικό συμβούλιο ενέκρινε, την αντικατάσταση του αρχηγού του ΓΕΣ Γεννηματά. Στο στράτευμα κυριαρχούσαν αξιωματικοί, οι οποίοι είχαν συμμετάσχει στον Εμφύλιο πόλεμο και διατηρούσαν στενές επαφές με τον παλαιό κρατικό μηχανισμό. Όταν ο Γεώργιος Παπανδρέου προσπάθησε να αποστρατεύσει μερικούς από αυτούς συνάντησε τη σθεναρή αντίσταση των Ανακτόρων. Το Μάιο του 1965 ο Πρωθυπουργός αποφάσισε την αποπομπή του Υπουργού Εθνικής Αμύνης, βασικού χρηματοδότη του αλλά και έντονα φιλομοναρχικού, Πέτρου Γαρουφαλλιά αναλαμβάνοντας ο ίδιος το Υπουργείο. Ο Βασιλιάς με πρόσχημα την εκδικαζόμενη τότε υπόθεση “ΑΣΠΙΔΑ”, στην οποία φερόταν να εμπλέκεται ο γιος του Πρωθυπουργού, Ανδρέας Παπανδρέου, απέφευγε να δεχτεί σε ακρόαση τον Πρόεδρο της Κυβέρνησης αρνούμενος, κατά παραβίαση του Συντάγματος, την απόφασή του για ανάληψη από τον ίδιο του Υ.Ε.Α. Τότε ξέσπασε κρίση μεταξύ των δύο ανδρών συνοδευόμενη από ανταλλαγή οξέων επιστολών. Τελικά ο Γεώργιος Παπανδρέου ανέβηκε στα Ανάκτορα στις 15 Ιουλίου 1965 και κατόπιν έντονης λογομαχίας υπέβαλε προφορικά την παραίτησή του. Λίγο αργότερα ο Κωνσταντίνος όρκισε την πρώτη κυβέρνηση των λεγόμενων “Αποστατών”, με πρόεδρο τον ακαδημαϊκό και μέχρι τότε Πρόεδρο της Βουλής Γεώργιο Αθανασιάδη – Νόβα, ανοίγοντας ένα μακρύ κύκλο πολιτικής κρίσης και αστάθειας με συνεχή εναλλαγή κυβερνήσεων.
Η πολιτική των Ανακτόρων στη διάρκεια των Ιουλιανών ήταν η στήριξη κυβερνήσεων αποτελούμενων από στελέχη της Ενώσεως Κέντρου τα οποία είχαν αποστατήσει, προκειμένου να αποτραπούν οι εκλογές, που κατά πάσα πιθανότητα θα επανέφεραν στην εξουσία τον Παπανδρέου.
Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος Β’ και τα γεγονότα της Δικρατωρίας
Τη νύχτα της 20ης προς 21η Απριλίου 1967 εκδηλώθηκε το στρατιωτικό πραξικόπημα. Η αναποφασιστικότητα του Κωνσταντίνου τη νύχτα του πραξικοπήματος αντικατοπτρίζεται στις τηλεφωνικές συνομιλίες του από τα θερινά Ανάκτορα του Τατοΐου, όπου διέμενε. Στις 2.30, ξύπνησε από το τηλεφώνημα του Αθανάσιου Σπανίδη, απόστρατου ναυάρχου, ο οποίος βρισκόταν στο ναύσταθμο της Σαλαμίνας. Ο Σπανίδης, αφού ενημέρωσε το Βασιλιά για τα γεγονότα, εισηγήθηκε απόπλου του στόλου για την Κρήτη και το σχηματισμό εκεί νόμιμης κυβέρνησης. Στη συνέχεια τηλεφώνησε στον Κωνταντίνο ο υπουργός Δημοσίας Τάξεως, Γεώργιος Ράλλης, από το κέντρο αμέσου δράσεως της Χωροφυλακής, στο Μαρούσι. Και αυτός με τη σειρά του εισηγήθηκε να μετακινηθούν από την επαρχία νομιμόφρονες στρατιωτικές δυνάμεις κυρίως της αεροπορίας, όπου οι κινηματίες δεν είχαν ερείσματα, όσο υπήρχε ακόμη χρόνος. Και στις δύο περιπτώσεις ήταν κατηγορηματικά αντίθετος, θέλοντας να αποφύγει την αιματοχυσία και να μάθει τα κίνητρα των πραξικοπηματιών.
Έτσι, όταν στις 5.30 το πρωί δέχτηκε τους επικεφαλής, Γεώργιο Παπαδόπουλο, Στυλιανό Παττακό και Νικόλαο Μακαρέζο, οι συνομιλίες του ήταν διαπραγματευτικού χαρακτήρα και περιορίστηκαν στη σύνθεση της νέας δικτατορικής κυβέρνησης, γνωστής ως η Χούντα των Συνταγματαρχών. Την ημέρα εκείνη στο Πεντάγωνο, σύμφωνα με τη Χούντα, φέρεται να είπε στους πραξικοπηματίες: “Είμαι βέβαιος πως ό,τι εκάνατε, το εκάνατε για να σώσετε την χώραν”, υπονοώντας την πιθανή εκλογική νίκη του Γ. Παπανδρέου στις επερχόμενες εκλογές.
Μετά από επιμονή του Κωνσταντίνου, μπόρεσε και συνομίλησε με τον Πρωθυπουργό Π. Κανελλόπουλο, που ήταν κρατούμενος στο Πεντάγωνο. Ο Κανελλόπουλος δεν μπόρεσε να προτείνει μια σοβαρή και πραγματοποιήσιμη λύση. ΄Ετσι, ο Κωνσταντίνος, ακολούθησε τη συμβουλή του τρίτου συνομιλητή του, Σπύρου Μαρκεζίνη, αρχηγού ενός μικρού συντηρητικού κόμματος, να επιδιώξει τη συνδιαλλαγή μαζί τους.
Στην προσφώνησή του της 26ης Απριλίου 1967, για το νέο καθεστώς της Χούντας των Συνταγματαρχών δήλωσε: “Είμαι βέβαιος ότι με την ευχήν του Θεού, με την προσπάθειαν υμών και προπαντός με την βοήθεια του λαού, θα επιτευχθεί ταχέως η οργάνωσις Κράτους Δικαίου, μιας αληθούς και υγιούς Δημοκρατίας”.
Η συνεργασία του ο Κωνσταντίνου με τους πραξικοπηματίες θεωρήθηκε αργότερα από πολλούς, αλλά και από τον ίδιο (όπως ανέφερε σε συνέντευξη που έδωσε στον Αλέξη Παπαχελά) ως τεράστιο λάθος, δεδομένου ότι το στρατιωτικό καθεστώς κατέστη σύντομα τυραννικό και λαομίσητο..
Αφού εγκατέλειψε την Ελλάδα, ο Κωνσταντίνος θέλησε αρχικά να αποστασιοποιηθεί από τους συνταγματάρχες. Δήλωνε επανειλημμένως ότι πλαστογράφησαν την υπογραφή του και ότι τον εκβίαζαν απειλώντας τον για τη ζωή των μελών της οικογένειάς του. Επίσης δήλωνε ότι εξέφρασε εξ’ αρχής την αντίθεσή του στο πραξικόπημα ποζάροντας συνοφρυωμένος στη φωτογραφία ορκωμοσίας της χουντικής κυβέρνησης, σε αντίθεση με τη συνήθη πρακτική του να ποζάρει χαμογελαστός, και ότι μέσω αυτής της φωτογραφίας έστελνε το μήνυμα της δυσαρέσκειάς του στον ελληνικό λαό.
Πολλοί υποστηρίζουν ότι η αρχική δυσφορία του Κωνσταντίνου προς τους πραξικοπηματίες, οφειλόνταν στο γεγονός ότι εμπόδισαν στην πραγματοποίηση άλλου πραξικοπήματος, σχεδιασμένου να εκτελεστεί από τους στρατηγούς και στο οποίο ο Κωνσταντίνος θα είχε μεγαλύτερο έλεγχο. Ο στρατηγός Σόλων Γκίκας, ιδρυτής του ΙΔΕΑ και υπουργός Δημοσίας Τάξεως στην κυβέρνηση Καραμανλή, το 1974 ανέφερε: «Οι στρατηγοί ετοίμαζαν το δικό τους πραξικόπημα… που θα γινόταν για λογαριασμό του βασιλέως και των συντηρητικών». Αλλωστε, ο ίδιος ο Κωνσταντίνος τον Οκτώβριο του 1966 είχε πει: «Είμαι έτοιμος να αναστείλω μερικά άρθρα του Συντάγματος, αν χρειασθή δηλαδή, αν χρειασθή κατά την γνώμη μου, θα το κάνω για να σώσω την Ελλάδα».
Από την άλλη μεριά, εξακολούθησε να εισπράττει τη βασιλική επιχορήγηση έως το 1973 και επιπλέον απέστειλε στον Γ.Παπαδόπουλο συγχαρητήριο τηλεγράφημα “επί τη διασώσει”, μετά την αποτυχημένη απόπειρα εναντίον του από τον Αλέκο Παναγούλη. Κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους η χούντα διαπραγματεύτηκε με τον Κωνσταντίνο μέσω μεσαζόντων τους όρους για να επιστρέψει στην Ελλάδα. Αλλά ο Κωνσταντίνος επέμενε στην πλήρη αποκατάσταση των συνταγματικών δικαιωμάτων του ως προϋπόθεση, γεγονός, που δεν έβρισκε σύμφωνο τον Παπαδόπουλο. Αντ’ αυτού το καθεστώς εκπόνησε ένα νέο Σύνταγμα τον Νοέμβριο του 1968, που διατήρησε το θεσμό της μοναρχίας αλλά τον απογύμνωσε της ισχύος του και προέβλεπε μόνιμη αντιβασιλεία έως ότου επέλεγε να δεχτεί ο Κωνσταντίνος τη νέα κατάσταση. Αυτό συνεχίστηκε έως το 1972, όταν ο Παπαδόπουλος απομάκρυνε το Ζωιτάκη και έγινε ο ίδιος Αντιβασιλέας.
Το Ελληνικό Κράτος ήθελε να κλέψει την Βασιλική Περιουσία
Ο Κωνσταντίνος δεν εξορίστηκε επίσημα ούτε αποστερήθηκε την περιουσία ή την υπηκοότητά του μετά το δημοψήφισμα, αλλά αποθαρρύνθηκε έντονα να επιστρέψει στην Ελλάδα, και δεν επέστρεψε μέχρι τον Φεβρουάριο του 1981, και μόνο για την κηδεία της μητέρας του, πρώην Βασίλισσας Φρειδερίκης. Υπήρξαν επίσης νομικές προστριβές με το ελληνικό κράτος, δεδομένου ότι ο Κωνσταντίνος αδυνατούσε ή ήταν απρόθυμος να πληρώσει τους φόρους ιδιοκτησίας του στην Ελλάδα. Στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 άρχισε να εμφανίζεται συχνά στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης. Το 1992 σύναψε συμφωνία με την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, διά της οποίας εκχωρούσε το μεγαλύτερο μέρος της ακίνητης περιουσίας του στην Ελλάδα σε ένα μη κερδοσκοπικό ίδρυμα με αντάλλαγμα την απόδοση των παλαιών θερινών ανακτόρων του Τατοΐου στην Αθήνα και το δικαίωμα να εξαχθεί ένας μεγάλος αριθμός κινητών περιουσιακών στοιχείων από τη χώρα.
Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Κερκυραϊκός λαός πραγματοποίησε κατάληψη στο ανάκτορο Μον Ρεπό διαδηλώνοντας κατά της συμφωνίας και δηλώνοντας ότι το ανάκτορο ανήκει στον κερκυραϊκό λαό και όχι στον μονάρχη. Επίσης το 1992 εξάχθηκε από την χώρα μέρος της κινητής περιουσίας, που βρισκόταν στα παλαιά ανάκτορα Τατοΐου, η οποία σύμφωνα με δημοσιεύματα συμπεριλάμβανε κλασικές και βυζαντινές αρχαιότητες.
Το 1993 επιχείρησε μια πρώτη μεγάλη επίσκεψη στην Ελλάδα, αλλά η κυβέρνηση ενοχλήθηκε από αυτή την περιοδεία του και αντιμέτωπη με τις όλο και ισχυρότερες διαμαρτυρίες της αντιπολίτευσης του ζήτησε να αποχωρήσει. Το 1994, η δεύτερη κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου ακύρωσε με νέο νόμο τη συμφωνία του 1992 και αφαίρεσε από τον Κωνσταντίνο τη ιδιοκτησία του στην Ελλάδα και την ελληνική ιθαγένεια. Ως όρο για την επανάκτηση της ελληνικής ιθαγένειας ο νόμος έθετε την υιοθέτηση από τον Κωνσταντίνο και τα μέλη της οικογένειάς του επωνύμου και την εγγραφή τους στα ληξιαρχεία της χώρας. Αυτή ήταν η ηλιθιότητα των πολιτικών της εποχής.. Που ακούστηκε στα παγκόσμια χρονικά ένας Βασιλιάς να έχει επώνυμο όπως οι κοινοί θνητοί??? Μα φυσικά αυτά γίνονται μόνο στην Ελλάδα!
Ο τέως βασιλιάς άσκησε προσφυγή έπειτα κατά της Ελλάδας ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, ισχυριζόμενος ότι ο νόμος για τη βασιλική περιουσία παραβίαζε διατάξεις της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και απαιτώντας ως αποζημίωση για την περιουσία του 160 εκατομμύρια ευρώ. Δικαιώθηκε πλήρως όσον αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς αλλά του επιδικάσθηκε αποζημίωση μόλις 4 εκατομμύρια ευρώ για την περιουσία του. Η ελληνική κυβέρνηση κατέβαλε αυτό το ποσό από τον προϋπολογισμό “φυσικών καταστροφών”, θέλοντας να κάνει έναν πολιτικό υπαινιγμό, και εξέδωσε το σχετικό πιστωτικό εκκαθαριστικό από τη ΔΟΥ Αχαρνών (Μενιδίου) ως κατά τόπον αρμόδια, με το σκεπτικό ότι τελευταίος τόπος διαμονής του Κωνσταντίνου στην Ελλάδα ήταν τα Ανάκτορα στο Τατόι. Ο Κωνσταντίνος, στη συνέχεια, αφού παρέλαβε μέσω πληρεξουσίου δικηγόρου το ποσό, ανήγγειλε τη δημιουργία του Ιδρύματος «Άννα Μαρία», ως όχημα διάθεσης της αποζημίωσής του σε φιλανθρωπικούς σκοπούς.
Το αποτέλεσμα
Μετά την κατάργηση της συνταγματικής μοναρχίας το 1974, επανειλημμένα έχει δηλώσει ότι αναγνωρίζει τη δημοκρατία, τους νόμους και το σύνταγμα της Ελλάδας, αλλά συνεχίζει να χρησιμοποιεί τον τίτλο “βασιλιάς Κωνσταντίνος,” αν και δεν χρησιμοποιεί πλέον το “Κωνσταντίνος, Βασιλεύς των Ελλήνων“.
Ο Κωνσταντίνος χλευάζεται συχνά από τον ελληνικό Τύπο για την χρήση του τίτλου του βασιλιά και αναφέρεται πολλές φορές ως κύριος Κωνσταντίνος Γλύξμπουργκ με το όνομα της δυναστείας του ως επώνυμο. Αυτή η πρακτική εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι ο Κωσταντίνος θα έπρεπε να διαθέτει επώνυμο, μιας και δεν κατέχει πλέον τον βασιλικό τίτλο. Το επίσημο ελληνικό διαβατήριο του Κωνσταντίνου τον προσδιόριζε ως “Κωνσταντίνο, πρώην βασιλέα των Ελλήνων”. Όμως με βάση τον νόμο του 1994 το διαβατήριο αυτό του αφαιρέθηκε μαζί με την ιθαγένεια. Ο νόμος του δίνει τη δυνατότητα να τα ανακτήσει μόνο εάν υιοθετήσει επώνυμο, κατά το πρότυπο άλλων έκπτωτων βασιλικών δυναστειών της Ευρώπης. Ο Κωνσταντίνος αρνείται ως σήμερα να συμμορφωθεί για λόγους αρχής: “Δεν έχω επώνυμο – η οικογένειά μου δεν έχει επώνυμο. Ο νόμος που ο κ. Παπανδρέου πέρασε βασικά λέει ότι θεωρεί ότι δεν είμαι Έλληνας και ότι η οικογένειά μου ήταν ελληνική μόνο ενόσω ασκούσαμε τα μοναρχικά μας καθήκοντα, και έπρεπε να παρουσιαστώ και να αποκτήσω ένα επώνυμο. Το πρόβλημα είναι ότι η οικογένειά μου προέρχεται από τη Δανία, και η δανική βασιλική οικογένεια δεν έχει επώνυμο.” Το Glücksburg, είπε, δεν ήταν επώνυμο αλλά το όνομα μιας πόλης.
Ο Κωνσταντίνος ταξιδεύει τώρα μέσα και έξω από την Ελλάδα χωρίς προβλήματα, με δανικό διπλωματικό διαβατήριο, ως “Constantine de Grecia” (ισπανικά το “Κωνσταντίνος της Ελλάδας”). Διαμένει μόνιμα με την οικογένειά του στο Λονδίνο και συμμετέχει σε διάφορες κοσμικές εκδηλώσεις. Σύμφωνα με δημοσκόπηση πραγματοποιήθηκε από την Κάπα Research ΑΕ για λογαριασμό της εφημερίδας «Το Βήμα» και δημοσιεύθηκε στις 22 Απριλίου 2007, όπου η συλλογή στοιχείων έγινε μέσω τηλεφωνικών συνεντεύξεων και μέσω internet , το 11,6% δήλωσε υπέρ της Βασιλευομένης Δημοκρατίας.







